θυλάκιο

θυλάκιο
το (Α θυλάκιον)
μικρός θύλακος, σακίδιο, σακούλι
νεοελλ.
1. η τσέπη, ο θύλακος που ράβεται σε ορισμένα μέρη τών ρούχων
2. ανατ. μικρός κυστικός σχηματισμός που επενδύεται εσωτερικά από εκκριτικό ή απεκκριτικό επιθήλιο και αποτελεί στοιχείο πολλών οργάνων τού σώματος
αρχ.
η θήκη τού σπέρματος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θύλακος + υποκορ. κατάλ. -ιον (πρβλ. κελύφ-ιον, ωτ-ίον)].

Dictionary of Greek. 2013.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • θυλάκιο — το 1. μικρός θύλακος, σακούλι. 2. η τσέπη: Τα θυλάκια της στρατιωτικής στολής είναι εξωτερικά. 3. κοίλωμα βλεννογόνου αδένα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θυλακιοτροπίνη — ή (βιοχ.) γοναδοτρόπος ορμόνη που σχετίζεται με τη ρύθμιση τής δραστηριότητας τών γονάδων. [ΕΤΥΜΟΛ. < θυλάκιο + τροπίνη (αντιδάνεια λ., πρβλ. tropine < trop (πρβλ. τρόπος] + ine). Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. follicle stimulating… …   Dictionary of Greek

  • θύλακος — Μικρός σάκος, σακούλι, ταγάρι· θέση αντιπάλων στο εχθρικό έδαφος· στη σύγχρονη ορολογία, περιοχή μέσα σε κράτος υπό διαφορετικό καθεστώς. (Ανατ.) Ωοειδής σχηματισμός στα διάφορα όργανα του σώματος των σπονδυλωτών και του ανθρώπου, που εκπληρώνει… …   Dictionary of Greek

  • αίμα — Ρευστός ιστός του οποίου τα στερεά κυτταρικά στοιχεία αιωρούνται σε μια ροώδη μεσοκυττάρια ουσία, που ονομάζεται πλάσμα. Κυκλοφορεί σε ένα σύστημα αγγείων, το κυκλοφορικό σύστημα, και αντιπροσωπεύει για τα ανώτερα ζώα το μέσο με το οποίο… …   Dictionary of Greek

  • εμβρυοθυλάκιο — το θυλάκιο γεμάτο υγρό το οποίο περικλείει το έμβρυο και αποτελείται από τρία εμβρυϊκά περιβλήματα …   Dictionary of Greek

  • θυλάκωση — η [θυλακώνω] τοποθέτηση ενός αντικειμένου μέσα στο θυλάκιο, τσέπωμα …   Dictionary of Greek

  • θυλακίζω — (Α) [θύλακος] 1. βάζω στο θυλάκιο, σακουλιάζω 2. συνεκδ. επαιτώ …   Dictionary of Greek

  • θυλακίς — θυλακίς, ίδος, ἡ (Α) θυλάκιο*. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύλακος + υποκορ. κατάλ. ίς (πρβλ. θυγατρ ίς, χοινικ ίς)] …   Dictionary of Greek

  • θυλακίσκος — θυλακίσκος, ὁ (Α) 1. καλάθι ψωμιού, σακούλι 2. θυλάκιο, μικρός σάκος. [ΕΤΥΜΟΛ. < θύλακος + υποκορ. κατάλ. ίσκος (πρβλ. μην ίσκος, οβελ ίσκος)] …   Dictionary of Greek

  • θυλακίτιδα — Πυώδης φλεγμονή στο στόμιο του θυλάκου των τριχών, που οφείλεται είτε στα συνηθισμένα πυογόνα μικρόβια (σταφυλόκοκκοι, στρεπτόκοκκοι), είτε σε μύκητες (τριχόφυτο). Οι θ. στα γένεια και στο μουστάκι ονομάζονται συκώσεις· επίσης η ακμή αποτελεί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”